Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες που έχει το navaldefence.gr, το Πολεμικό Ναυτικό έχει αποφασίσει να ακολουθήσει την ιταλική διαμόρφωση στο πρόγραμμα της Ευρωκορβέτας (EPC), μια εξέλιξη που «κλειδώνει» τη ναυπηγική φιλοσοφία, τις τεχνικές προδιαγραφές και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η ολοκλήρωση αισθητήρων και όπλων στο πλοίο.
Η EPC αποτελεί ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα για πλοίο μεγέθους κορβέτας, πολλαπλών αποστολών, κι αφορά δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής γραμμής σχεδίασης με ευρωπαϊκούς κανόνες διαλειτουργικότητας. Ωστε κάθε ναυτικό που μετέχει, να μπορεί να υλοποιήσει μια εθνική διαμόρφωση πάνω σε κοινό κορμό σχεδίασης, χωρίς να χάνει τη δυνατότητα των κοινών αναβαθμίσεων, κοινών δοκιμών και κοινών διαδικασιών πιστοποίησης.
Το πρόγραμμα, που σήμερα «τρέχει» ως MMPC, ξεκίνησε ως EPC και εντάσσεται στο πλαίσιο της PESCO (η πρωτοβουλία αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών της Ε.Ε.), με την Ιταλία να έχει ρόλο συντονιστή. Στην πράξη μιλάμε για έναν σχεδιαστικό κορμό που πρέπει να παραμείνει κοινός ως προς βασικές παραμέτρους, όπως μήκος, εκτόπισμα, ενεργειακή αρχιτεκτονική, χώροι αποστολής και ψηφιακές διεπαφές, ώστε στη συνέχεια, η κάθε χώρα να επιλέγει τα ειδικά “απάρτια”, όπως σύστημα διαχείρισης μάχης, αισθητήρες, επικοινωνίες και όπλα, αλλά με μικρότερο ρίσκο ολοκλήρωσης.
Οι χώρες που μετέχουν στο πρόγραμμα είναι οι Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Ρουμανία και Ελλάδα, ενώ σε καθεστώς παρατηρητή (με πιθανή συμμετοχή αργότερα) είναι οι Ιρλανδία, Πορτογαλία και Δανία. Βασικό στοιχείο του προγράμματος είναι πως θα δημιουργηθούν 2 τύποι σκαφών, ένα “περιπολίας” μεγάλων αποστάσεων, που αποκαλείται Long Range Multipurpose (LRM) και ένα “μάχης”, το Full Combat Multipurpose (FCM). Για το πρώτο ενδιαφέρονται κυρίως Γαλλία και Ισπανία, ενώ Ελλάδα και Ιταλία να δίνουν βάρος στην έκδοση FCM, δηλαδή μια πιο «μάχιμη» εκδοχή που στοχεύει σε επιχειρήσεις σε περίπλοκα περιβάλλοντα και περιοχές αυξημένης απειλής. Η ουσία σήμερα είναι ότι η Ισπανία έχει ενταχθεί στη γραμμή όσων επιθυμούν μια προηγμένη και καλά εξοπλισμένη κορβέτα/ελαφριά φρεγάτα, κάτι που ευθυγραμμίζεται με τη λογική της FCM και κάνει την κοινή σχεδίαση να κλίνει προς μεγαλύτερη μαχητική ικανότητα και λιγότερους συμβιβασμούς για μείωση του κόστους.
Στο επίπεδο εξέλιξης του προγράμματος, η πρώτη φάση Call 1 είχε συνολική χρηματοδότηση 87 εκατομμύρια ευρώ, συνδυασμό ευρωπαϊκής συνεισφοράς και εθνικών συμμετοχών, ενώ η διαχείριση έγινε από τον πολυεθνικό οργανισμό OCCAR. Η δεύτερη φάση Call 2, που έχει ξεκινήσει τώρα, κινείται σε πλαίσιο συνολικού προϋπολογισμού περίπου 288,3 εκατομμυρίων ευρώ, με μέγιστη ευρωπαϊκή συνεισφορά 154,5 εκατομμύρια ευρώ, και θα καταλήξει στην παραγωγή δύο πρωτοτύπων, ενός LRM και ενός FCM.
Έτσι η EPC ως δύο διαφορετικά σκαριά, έχει το ένα, το LRM, να συνδέεται με τη σχολή σχεδίασης της γαλλικής κορβέτας Gowind της Naval Group. Ενώ η δεύτερη γραμμή, η FCM, συνδέεται με το ιταλικό σχέδιο FCx-30 της Fincantieri.
Η έκδοση LRM σχεδιάζεται γύρω από την παρατεταμένη παρουσία στο πεδίο, με στόχο να επιχειρεί σε αποστολές μεγάλης διάρκειας, να μεταφέρει υποδομές επιτήρησης (UAV), να φιλοξενεί ελικόπτερο και να αξιοποιεί το χώρο αποστολής με πακέτα εξοπλισμού ανάλογα τη δράση. Η λογική της LRM είναι να διαθέτει αξιόπιστη αυτοπροστασία και επιλεγμένες δυνατότητες εμπλοκής, χωρίς να «φορτώνει» τη σχεδίαση με απαιτήσεις βαρέων οπλικών συστημάτων που ανεβάζουν κόστος και πολυπλοκότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, το σχέδιο της Gowind λειτουργεί ως μια ώριμη επιλογή, με έμφαση σε αυτοματισμούς, αποδοτική πρόωση για περιπολία και προσανατολισμό σε καθήκοντα επιτήρησης, συνοδείας και ελέγχου θαλάσσιων ζωνών.
Η έκδοση FCM ταιριάζει στην ελληνική απαίτηση για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς το προφίλ της σχεδιάζεται για επιχειρήσεις σε περιβάλλον όπου η απειλή μπορεί να εμφανιστεί ταυτόχρονα από αέρα, επιφάνεια αλλά και υποβρυχίως. Η FCM δίνει έμφαση στην ανθυποβρυχιακή αποστολή, στην δυνατότητα ενσωμάτωσης μέτρων προστασίας απέναντι σε τορπίλες και σύγχρονες απειλές, καθώς και σε επαρκή χώρο και ενεργειακή εφεδρεία (πολλαπλές ηλεκτρικές γεννήτριες) ώστε να υποστηρίζονται εκτοξευτές, ενεργειακά όπλα, αυξημένος φόρτος πυραύλων και υψηλός βαθμός ολοκλήρωσης αισθητήρων και ζεύξεων δεδομένων. Έτσι η FCM έχει στόχο να σταθεί στην πρώτη γραμμή και να λειτουργεί ως μικρή φρεγάτα, όχι ως μεγάλο περιπολικό με όπλα.
Το επόμενο καθοριστικό πεδίο είναι το σύστημα διαχείρισης μάχης (CMS), η «καρδιά και το μυαλό» του πλοίου, καθώς είναι το σύστημα που ενώνει αισθητήρες, όπλα και επικοινωνίες και δημιουργεί κοινή επιχειρησιακή εικόνα και λογική εμπλοκής. Η EPC έχει σχεδιαστεί ώστε το CMS να είναι επιλογή του κάθε χρήστη, με ανοιχτή αρχιτεκτονική και τυποποιημένες διεπαφές, ώστε να αποφεύγεται ο εγκλωβισμός των κρατών σε μια μόνο λύση. Στη γαλλική πλευρά, η λογική επιλογή είναι μια εξέλιξη του SETIS, καθώς το Παρίσι έχει επενδύσει στη δική του σχολή ολοκλήρωσης ναυτικού οικοσυστήματος. Στην ισπανική πλευρά η επιλογή είναι το AEGIS (και στην εγχώρια παραλλαγή του, ως SCOBA), καθώς υπάρχει μακρά εμπειρία ενσωμάτωσης του σε φρεγάτες αεράμυνας περιοχής. Από πλευράς Ιταλίας υπάρχει το ATHENA, που μας ενδιαφέρει και εμάς, καθώς υποστηρίζει λειτουργίες όπως Threat Evaluation and Weapons Assignment, ολοκλήρωση tactical data links και διαχείριση της τακτικής κατάστασης με υψηλό βαθμό αυτοματισμού.
Για το Πολεμικό Ναυτικό, το πιθανότερο είναι η επιλογή ATHENA για την Ευρωκορβέτα, καθώς η Ελλάδα προχωρά σε πορεία ιταλικής επιρροής στις κύριες μονάδες επιφανείας, με την επιδιωκόμενη ένταξη στο στόλο μας, δύο (και άλλων δύο αργότερα) φρεγατών Bergamini τα επόμενα χρόνια. Η υιοθέτηση κοινού CMS ή έστω κοινής σχολής ολοκλήρωσης δημιουργεί άμεσο κέρδος σε εκπαίδευση, υποστήριξη, αναβαθμίσεις λογισμικού και διαχείριση διαθεσιμότητας. Ταυτόχρονα, το ΠΝ έχει ήδη μπροστά του την πραγματικότητα ενός στόλου με περισσότερα από ένα CMS, με SETIS στις νέες φρεγάτες FDI και TACTICOS σε εκσυγχρονισμένες μονάδες ΜΕΚΟ/S. Άρα η επιλογή του ATHENA, αν και αυξάνει την πολυτυπία, αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί με λογική διεπαφών και κοινών διαδικασιών στο Κέντρο Πληροφοριών Μάχης, ώστε να περιοριστεί το επιχειρησιακό κόστος υποστήριξης και να διατηρηθεί κοινή κουλτούρα μάχης.
Η ελληνική επιλογή της ιταλικής διαμόρφωσης στην EPC αποκτά έτσι διπλό νόημα. Πρώτον, στηρίζει την δική μας επιδίωξη για πλοίο βαριά εξοπλισμένο, με έμφαση σε αντιαεροπορική αυτοπροστασία, αντιπλοϊκή κρούση και ανθυποβρυχιακή αποστολή, δηλαδή σε ένα σκάφος που μπορεί να σταθεί σε υψηλής έντασης περιβάλλον χωρίς να απαιτεί μόνιμη «ομπρέλα» προστασίας άλλου πλοίου. Δεύτερον, ευθυγραμμίζεται με την πορεία προς τις Bergamini, άρα επιτρέπει ένα πιο συνεκτικό οικοσύστημα σε επίπεδο λογισμικού, υποστήριξης και εκπαίδευσης. Σε τελική ανάλυση, η EPC μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ευρωπαϊκός «πολλαπλασιαστής ισχύος» για το ΠΝ, εφόσον η Ελλάδα παραμείνει σταθερή στην επιλογή της διαμόρφωσης FCM. Και περιορίσει τις εθνικές “αποκλίσεις” εξοπλισμού της, μόνο σε εκείνα τα συστήματα που δίνουν πραγματικό επιχειρησιακό κέρδος, χωρίς να τινάζουν στον αέρα την κοινή πιστοποίηση και την κοινή αναβάθμιση.

