Πικρόχολα έως και οργισμένα είναι πολλά από τα δημοσιεύματα και τα δημόσια σχόλια τις τελευταίες ημέρες στην Βρετανία, καθώς διαπιστώθηκε – ξανά- πως το κάποτε κραταιό «Βασιλικό Ναυτικό», που για μια μεγάλη ιστορική περίοδο ήταν το ισχυρότερο στον κόσμο, έχει εκπέσει δραματικά. Όπου εστιάζοντας στην τελευταία εικοσαετία, η ποσότητα και η διαθεσιμότητα των αντιτορπιλικών, φρεγατών και υποβρυχίων έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ παράγοντες όπως η προβληματική χρηματοδότηση, η εκτόξευση του κόστους κατασκευής νέων πλοίων, η έλλειψη προσωπικού και άλλα ζητήματα, καταλήγουν σε ένα άξονα: την απουσία πολιτικής για το τι ακριβώς επιδιώκει η χώρα που επιμένει ότι θέλει μια «ναυτική δύναμη μπλε υδάτων με παγκόσμια εμβέλεια».

Αδυναμία που φάνηκε ξεκάθαρα στις τρέχουσες κρίσεις όπως αυτή στη Μέση Ανατολή και στην Κύπρο, όπου το Βρετανικό Ναυτικό αδυνατεί να ανταποκριθεί άμεσα έστω και με ένα σκάφος! Και το ένα που αποφασίστηκε να πλεύσει το δυνατόν γρηγορότερα στην Ανατολική Μεσόγειο, το αντιτορπιλικό HMS Dragon, να καθυστερεί λόγω τήρησης «ωραρίου 9 το πρωί με 5» στον Ναύσταθμο του Πορτσμούθ, όπως ανέφερε η εφημερίδα The Telegraph…
Φωτό, το βρετανικό αντιτορπιλικό HMS Dragon φορτώνει Aster για να πλεύσει προς Κύπρο
Ο Στόλος που μικραίνει διαρκώς
Το 2006, το Ναυτικό της Βρετανίας διέθετε περίπου 25 αντιτορπιλικά και φρεγάτες, 13 υποβρύχια και 2-3 αεροπλανοφόρα (το ένα σε διαδικασία απόσυρσης). Μέχρι το 2017, ο αριθμός των αντιτορπιλικών και φρεγατών είχε μειωθεί σε 19, ενώ τα υποβρύχια σε 11. Πλέον, το 2026, ο στόλος περιλαμβάνει μόλις 6 αντιτορπιλικά Type 45, 7 φρεγάτες Type 23 και 10 υποβρύχια (4 πυρηνικά, βαλλιστικών πυραύλων κλάσης Vanguard και 6 επιθετικά κλάσης Astute). Και ναι μεν δύο νέα αεροπλανοφόρα κλάσης Queen Elizabeth (HMS Queen Elizabeth και HMS Prince of Wales) προστέθηκαν, αλλά θεωρείται πως δεν έχουν επαρκή συνοδεία.

Ακόμη χειρότερα, η διαθεσιμότητα των σκαφών είναι πολύ χαμηλή, όπως φέτος, όπου μόλις 3 από τα 6 Type 45 είναι επιχειρησιακά (και αυτά όχι άμεσα). Ο συνολικός στόλος είναι 63 πλοία (συμπεριλαμβανομένων βοηθητικών), αλλά τα μεγάλα σκάφη μάχης, είναι λίγα για το μέγεθος της χώρας, τη νησιωτική της φύση και τις ευθύνες-φιλοδοξίες της, καθιστώντας τις διεθνείς αποστολές και τις μακρόχρονες, όλο και πιο δύσκολες.

Το Βρετανικό Ναυτικό αποσύρει φρεγάτες γιατί δεν έχει πληρώματα
Το χρήμα που δεν φθάνει
Σε ότι αφορά τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας αυτός ναι μεν αυξήθηκε από 34,4 δισ. λίρες το 2014/15 σε 60,2 δισ. το 2024/25 (σε τρέχουσες τιμές), με πραγματική αύξηση 30,2%, ωστόσο, ως ποσοστό ΑΕΠ βρίσκεται στο 2,4%, κάτω από τον στόχο του ΝΑΤΟ. Ενώ σε ότι αφορά το Ναυτικό το 2023, τα σχετικά εξοπλιστικά είχαν έλλειμμα 4,3 δισ. λιρών.
Ακόμη τα κόστη των νέων πλοίων έχουν εκτοξευθεί. Τα αεροπλανοφόρα Queen Elizabeth κόστισαν 7,6 δισ. λίρες αντί αρχικής εκτίμησης 3,9 δισ. (95% υπέρβαση). Τα Type 45 6,46 δισ. αντί 5 δισ. (29% υπέρβαση). Τα υποβρύχια Astute από 0,8 δισ. λίρες εκτίμηση, πήγαν σε 1,6 δισ. ανά μονάδα. Αυτές οι υπερβάσεις οφείλονται και στον πληθωρισμό και σε ειδικές αυξήσεις κόστους υλικών και εργατικών, και σε πολλές τεχνικές αλλαγές αλλά και σε καθυστερήσεις κατασκευής και μετέπειτα επισκευών.

Παράλληλα το εκπαιδευμένο προσωπικό μειώθηκε από περίπου 29.700 το 2021 σε 27.820 το 2025, με έλλειμμα 1.000 στελεχών από το απαιτούμενο. Και ναι μεν υπάρχει ένδειξη βελτίωσης της προσέλευσης νέων (με αύξηση 13% το 2025), αλλά η διατήρηση των οροφών προσωπικού παραμένει πρόβλημα. Έτσι το 2025, το Βρετανικό Ναυτικό πέτυχε μόνο το 60% του στόχου στρατολόγησης (2.450 αντί 4.040). Αν και δόθηκε πρόσφατα αύξηση 6% στο μισθολόγιο και μελετώνται παροχές, οι απολαβές των ναυτικών, κυρίως των εξειδικευμένων, παραμένουν μη ανταγωνιστικοί με τον ιδιωτικό τομέα, η εργασία είναι σκληρή, πολλές φορές με πολύμηνες αποστολές στο εξωτερικό, ενώ το κύρος του «υπηρετώ στο Βασιλικό Ναυτικό» έχει μειωθεί, σε μια κοινωνία με σημάδια εσωστρέφειας και εντός πολύχρονης οικονομικής ανασφάλειας.

Η συντήρηση και οι επισκευές που δεν τελειώνουν ποτέ
Το Βρετανικό Ναυτικό έχει παράδοση στο να συντηρεί τα σκάφη του συστηματικά. Το ζήτημα είναι πως η μείωση των πλοίων με την παράλληλη απαίτηση για μεγάλες περιόδους σε αποστολή, επιβαρύνουν αυτό το πρόγραμμα, αυξάνουν τις φθορές, οπότε οι μεγάλες συντηρήσεις παρατείνονται χρονικά. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου κάθε πλοίο που είναι σε ναυπηγείο επιβαρύνει όσα είναι εν πλω.
Η κατάσταση έχει φθάσει και σε εξωφρενικά σημεία: Το αντιτορπιλικό HMS Daring είναι εκτός υπηρεσίας από το 2017 και φέτος θα ξαναβγεί στο νερό! Η συντήρηση του έχει κρατήσει 8 χρόνια, καθώς τα προβλήματα συσσωρεύονταν, μιας και επιβλήθηκε να γίνει αλλαγή γεννητριών λόγω αστοχιών σε θερμά κλίματα, μετά το σκάφος άρχισε να κανιβαλίζεται για να εξυπηρετηθούν τα ίδια της κλάσης του που ήταν ενεργά, υπήρχε έλλειψη προσωπικού στα ναυπηγεία, αλλά και έλλειψη του δικού του πληρώματος, το οποίο λόγω καθυστερήσεων είχε μετατεθεί σε άλλα σκάφη, οπότε η επανεκπαίδευση τους και η ενεργοποίηση του σκάφους πήρε πολύ χρόνο κ.ο.κ.

Στον στρατηγικά κρίσιμο τομέα των υποβρυχίων βαλλιστικών πυραύλων, που είναι και το μόνο μέσο πυρηνικής αποτροπής της Βρετανίας, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Τα 4 υποβρύχια κλάσης Vanguard υποτίθεται πως θα ακολουθούσαν ένα κύκλο, “ένα σε περιπολία, 2 σε μερική ετοιμότητα και 1 σε επισκευή-συντήρηση”. Όταν όμως το επικεφαλής σκάφος της κλάσης, το HMS Vanguard, μπήκε στο τέλος του 2015 στο ναυπηγείο για προγραμματισμένες επισκευές και ανεφοδιασμό πυρηνικών καυσίμων, η πρόβλεψη ήταν πως αυτή η διαδικασία θα κρατούσε κάπου 3,5 χρόνια. Τελικά, λόγω μηχανολογικών προβλημάτων, κακού προγραμματισμού εργασιών, αλλά και του ξαφνικού της πανδημίας του Covid, το σκάφος ολοκλήρωσε τις εργασίες το… 2023. Οπότε. όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά, «η επισκευή κράτησε 7,5 χρόνια δηλαδή περισσότερο από ότι η ναυπήγηση του». Το αποτέλεσμα είναι πως έτσι αναστατώθηκε όλο το πρόγραμμα υπηρεσιών της συγκεκριμένης κλάσης, άρα το όποιο σκάφος που είναι σε περιπολία να παραμένει σε αποστολή πολύ μεγαλύτερο διάστημα από το προβλεπόμενο, με τις αντίστοιχες φθορές αλλά και την εξάντληση του πληρώματος.

Ακόμη και νεότευκτα σκάφη, όπως τα 2 αεροπλανοφόρα κλάσης Queen Elizabeth, δεν απέφυγαν τα προβλήματα. Και τα δύο αντιμετώπισαν ζητήματα με τους άξονες τους, που απαίτησαν σοβαρή επισκευή, ενώ η επιχειρησιακή τους ετοιμότητα δεν επιτρέπει ταχεία αντίδραση.
Οι αποφάσεις που… πληρώνονται χρόνια μετά
Βασικό ρόλο στην ύφεση του Βρετανικού Ναυτικού έπαιξαν οι πολιτικές αποφάσεις. Όπου μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991, σε όλη την Ευρώπη επικράτησε ένα -λογικό όπως φαινόταν τότε- κλίμα μείωσης των Ενόπλων Δυνάμεων και σχετική αποεπένδυση. Στη Βρετανία το 2010 έγινε μια σημαντική «Αναθεώρηση της Στρατηγικής Άμυνας και Ασφαλείας» (επί πρωθυπουργίας του συντηρητικού Ντέιβιντ Κάμερον), η οποία στόχευσε να μειώσει τις αμυντικές δαπάνες, σε γενικότερο πλαίσιο μείωσης του ελλείμματος του Δημοσίου.
Έτσι ειδικά για το Ναυτικό αποφασίστηκε μείωση προσωπικού κατά 5.000 άτομα (με νέα οροφή τα 30.000), η απόσυρση σκαφών λόγω κόστους συντήρησης, όπως τα πλοία υποστήριξης αποβάσεων κλάσης Albion (δύο συνολικά, όπου το ένα ήδη το αγόρασε η Βραζιλία) αλλά και των αεροπλανοφόρων HMS Illustrious και HMS Ark Royal. Ακόμη την απόσυρση των παλαιών φρεγατών Type 22 (4 σκάφη), όπως και των αντιτορπιλικών κλάσης Type 42 (5 σκάφη). Οι μαζικές αυτές περικοπές, ναι μεν είχαν λογική, δηλαδή την απομάκρυνση γερασμένων πλοίων που είχαν μεγάλες ανάγκες επάνδρωσης και απαιτήσεις ακριβής συντήρησης, αλλά η αντικατάσταση όλων αυτών των σκαφών δεν «συγχρονίστηκε» μαζί με την σμίκρυνση του Στόλου. Έτσι η Βρετανία βρέθηκε σε κενό, με ένα «Μικρό Ναυτικό», αναμένοντας επόμενες κλάσεις να κατασκευαστούν, οι οποίες είναι μεν πλέον σε παραγωγή, αλλά πολλά χρόνια αργότερα.

Έτσι, η χώρα σήμερα εξελίσσει ένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια ανανέωσης του στόλου της, καθώς έχουν παραγγελθεί και κατασκευάζονται σταδιακά, 5 φρεγάτες Type 31, 8 φρεγάτες (στην ουσία αντιτορπιλικά) Type 26, 4 υποβρύχια βαλλιστικών πυραύλων Dreadnought και 3 σκάφη υποστήριξης στόλου. Ενώ υπάρχουν σχέδια και μελέτες για ακόμη περισσότερα σε διάφορες κατηγορίες (από υποστήριξης αμφίβιων επιχειρήσεων, μέχρι το μελλοντικό αντιτορπιλικό Type 83). Όλα αυτά όμως θα μπουν σε υπηρεσία εντός δέκα ετών και αργότερα, οπότε γρήγορη και αποτελεσματική λύση για την τωρινή ύφεση δυνατοτήτων δεν διαφαίνεται. Ταυτόχρονα – και εδώ αποδεικνύεται το προβληματικό των πολιτικών και αμυντικών προβλέψεων- από το 2010 και μετά η διεθνής ένταση αυξήθηκε, οι ανάγκες για προβολή ισχύος της Βρετανίας σε μακρινές περιοχές επανήλθαν, αλλά απλώς δεν υπάρχουν αρκετά πλοία ενώ και το προσωπικό μόλις επαρκεί.

Αν υπάρχει εδώ κάποιο «μάθημα» -και για την ελληνική περίπτωση- είναι μάλλον αυτονόητο. Πως η προμήθεια και ενσωμάτωση νέων οπλικών συστημάτων και ειδικά τόσο σύνθετων όπως τα πολεμικά πλοία, είναι μια διαδικασία μακρού χρόνου και μεγάλου κόστους. Άρα ο ορθός προγραμματισμός ώστε να μην εμφανίζονται κενά ισχύος είναι πολύ κρίσιμος και πρέπει να προβλέπει και ανατροπές, και πιθανές διεθνείς οξύνσεις και εντάσεις, και να έχει εναλλακτικές. Η Βρετανία εδώ αστόχησε και σε βάθος χρόνου, και με διαδοχικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα το Ναυτικό της -αλλά και το σύνολο των Ενόπλων Δυνάμεων της- σήμερα να είναι και «σκιά του παρελθόντος» αλλά και με προβλήματα που δεν επιλύονται ακόμη και με μεγάλες επενδύσεις, όπως π.χ. το έλλειμμα εξειδικευμένου προσωπικού.

Έτσι στην Βρετανία μέρος της κοινής γνώμης έχει φθάσει να… αναπολεί την εποχή του πολέμου των Φώκλαντ, όπου σε ελάχιστες μέρες είχε σχηματιστεί μια μεγάλη αρμάδα πολεμικών πλοίων μαζί με πολλά επιταγμένα εμπορικά για μεταφορά εφοδίων, η οποία έφθασε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και κατάφερε να νικήσει την Αργεντινή. Μόνο που αυτές οι εποχές έχουν μάλλον περάσει χωρίς επιστροφή. Καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μετασχηματιστεί και το ίδιο από την δεκαετία του 80 (του προηγούμενου αιώνα), όπου η ισχύς του και στρατιωτικά και πολιτικά, δεν έχει την ίδια βαρύτητα. Με την χώρα να αυτό-απομονώνεται, όπως έγινε με το Brexit, να συνεχίζει την «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ, αλλά η Ουάσιγκτον τώρα να απομακρύνεται από την δυτική Ευρώπη, και βέβαια με πολλά ανοιχτά θέματα εντός βρετανικής κοινωνίας που δύσκολα θα αντέξει μια μακρόχρονη αύξηση αμυντικών δαπανών σε ψυχροπολεμικά επίπεδα.
To Βρετανικό Ναυτικό “τρέχει” για να βάλει όπλα laser σε πλοία από το 2027

