Όπως ανακοίνωσε πρόσφατα ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ν. Δένδιας, θα διατηρηθούν κάποιες παλιές φρεγάτες S (Kortenaer) σε ρόλο κορβέτας, χωρίς να αποκαλύπτει τον αριθμό. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, αυτός θα είναι 4, με ορίζοντα υπηρεσίας που μπορεί να φθάσει ακόμη και κοντά στο 2040, εφόσον το επιτρέψουν η τεχνική κατάσταση και οι ανάγκες επάνδρωσης.

Η εξέλιξη αυτή ξεπερνά μια απλή παράταση ζωής, καθώς είναι αλλαγή φιλοσοφίας. Οι Kortenaer θα καλύπτουν αποστολές επίδειξης σημαίας, επιτήρησης, συνοδείας χαμηλότερης έντασης όπως και επιχειρήσεις που απαιτούν μεγάλο πλοίο στη θάλασσα, χωρίς να δεσμεύουν τις FDI, τις Bergamini ή τις εκσυγχρονισμένες MEKO.
Πάντα με βάση τις πληροφορίες μας, οι δύο πρώτες μονάδες που θα παραμείνουν είναι η ΕΛΛΗ και η ΛΗΜΝΟΣ. Πρόκειται για τις αρχικές ελληνικές S, πλοία που παραγγέλθηκαν από την χώρα μας καινούργιες και δεν ήρθαν μεταχειρισμένες από την Ολλανδία. Μαζί τους θα επιλεγούν άλλες δύο εκσυγχρονισμένες S, που βρίσκονται στην καλύτερη συνολική κατάσταση.
Η ΕΛΛΗ και η ΛΗΜΝΟΣ έχουν άλλη διαμόρφωση οπλισμού από τις υπόλοιπες Kortenaer που ήρθαν μεταχειρισμένες. Είναι οι γνωστές double deck, με δύο πυροβόλα OTO Melara των 76 χιλιοστών και δύο Phalanx. Ταυτόχρονα, τα δυο αυτά πλοία, φέρουν αντιπλοϊκούς Harpoon, αντιαεροπορικούς πυραύλους Sea Sparrow, ανθυποβρυχιακές τορπίλες και σύστημα ηλεκτρονικών αντιμέτρων.

Οι υπόλοιπες 4 από τις σημερινές οκτώ, θα αποσυρθούν σταδιακά και θα γίνουν δεξαμενή απαρτίων. Από εκεί θα προκύψουν ηλεκτρονικά, μηχανολογικά μέρη, υδραυλικά, καλωδιώσεις, κονσόλες, υποσυστήματα πρόωσης και υλικό για πυροβόλα και βοηθητικά συστήματα, ώστε οι τέσσερις διατηρήσιμες να έχουν βάθος υποστήριξης.

Η ΕΛΛΗ ύψωσε την ελληνική σημαία στις 10 Οκτωβρίου 1981 και η ΛΗΜΝΟΣ στις 18 Σεπτεμβρίου 1982. Τα πλοία κατασκευάστηκαν στην Ολλανδία, στα ναυπηγεία Royal Schelde στο Vlissingen, και έφεραν το ΠΝ σε μια νέα εποχή. Μέχρι τότε ο Στόλος είχε πίσω του αμερικανική παράδοση, αλλά χρειαζόταν σύγχρονες μονάδες με κατευθυνόμενα βλήματα, οργανικό ελικόπτερο και σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα μάχης. Οι δύο πρώτες S ήταν το μεγάλο τεχνολογικό άλμα του ΠΝ στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Ακολούθησαν μεταχειρισμένες μονάδες από το Ολλανδικό Ναυτικό. Η ΑΙΓΑΙΟΝ ήρθε το 1993, ενώ στη συνέχεια εντάχθηκαν η ΑΔΡΙΑΣ, η ΝΑΒΑΡΙΝΟΝ, η ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ, η ΚΑΝΑΡΗΣ, η ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (έχει αποσυρθεί), η ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ και η ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ, η οποία ήταν η πρώτη που αποσύρθηκε. Με αυτές τις παραλαβές το ΠΝ δημιούργησε μια μεγάλη ομοιογενή οικογένεια πλοίων.
Αυτό έσωσε χρήμα και χρόνο για το ΠΝ. Η μετακίνηση στελεχών από πλοίο σε πλοίο απαιτούσε λιγότερη επανεκπαίδευση, τα συνεργεία έμαθαν τις ιδιαιτερότητες της κλάσης και η Διοίκηση Φρεγατών απέκτησε βάθος εμπειρίας που σήμερα μετρά όσο ένα μικρό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού.

Η ΠΤΗΣΗ είχε θέσει από παλαιότερα το ζήτημα της έξυπνης διατήρησης σε υπηρεσία των S, όπως σε άρθρο για περαιτέρω εκσυγχρονισμό τους αλλά και ως σενάριο εξοπλισμού τεσσάρων σκαφών με πυράυλους ESSM. Κι αυτό γιατί παραμένει πάγια η ανάγκη του ΠΝ για περισσότερες πλώρες, και κυρίως για σκάφη ανοιχτής θάλασσας, σε Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και νότια της Κρήτης. Η θεωρία του μικρού Ναυτικού, που επανεμφανιζόταν κάθε φορά που άνοιγε η συζήτηση για νέα πλοία, δεν μπορεί να καλύψει την καθημερινότητα για συνεχή παρουσία σε μεγάλες αποστάσεις, για σκάφη επιφυλακής όπως και για σκάφη που θα επιτρέπουν την εκ περιτροπής μακροχρόνια επισκευή άλλων νεότερων μονάδων.
Γιατί τα μετατραπούμε σε κορβέτες;
Μια νέας κατασκευής σύγχρονη κορβέτα με όπλα, αισθητήρες, υποστήριξη και εκπαίδευση κινείται σε κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Μια νέα φρεγάτα πρώτης γραμμής φθάνει σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα. Η διατήρηση τεσσάρων S απαιτεί βέβαια κονδύλια για συντήρηση, ανταλλακτικά, πλήρωμα, καύσιμα και κάποιες εργασίες συντήρησης. Αλλά αυτά μπορεί να ειναι λογικά, μιας και υπάρχει η εμπειρία, οι υποδομές εξυπηρέτησης και στοκ ανταλλακτικών (στην ελληνική περίπτωση από τις αποσυρμένες).

Η διαχείριση των αεριοστροβίλων
Υπάρχει επίσης μια διαδεδομένη παρεξήγηση για την πρόωση. Οι S θεωρούνται από πολλούς ακριβές στη πλεύση επειδή έχουν μόνο αεριοστροβίλους. Οι Kortenaer έχουν διάταξη COGOG, με δύο Rolls-Royce Olympus για υψηλή ταχύτητα και δύο Rolls-Royce Tyne 10 για οικονομική. Οι Tyne 10 προέρχονται από την αεροπορική οικογένεια Rolls-Royce RB.109 Tyne, έναν στροβιλοελικοφόρο κινητήρα που χρησιμοποιήθηκε σε αεροσκάφη όπως το Breguet Atlantic, το Transall C-160 και το Vickers Vanguard. Οπότε σε αποστολές επιτήρησης, επίδειξης σημαίας και συνοδείας χαμηλής έντασης, το πλοίο δεν χρειάζεται να κινείται με μεγάλες ταχύτητες και μπορεί να παραμείνει λογικής κατανάλωσης σε καύσιμα, μόνο με τους Tyne (οι Olympus θα παραμείνουν αν παραστεί ανάγκη).
Το πλήρωμα είναι το δεύτερο σημείο συζήτησης. Οι S, ως παλαιάς σχεδίασης είχαν απαίτηση για μεγάλο πλήρωμα, σχεδόν 200 άτομα. Στην πράξη, το Πολεμικό Ναυτικό έχει μάθει να τις λειτουργεί με πολύ μικρότερη σύνθεση, κοντά στα 120 άτομα, για πολλές αποστολές. Οπότε σε ρόλο κορβέτας, που θα μειωθούν και οι απαιτήσεις δράσης, όπως και θα αφαιρεθούν κάποια συστήματα, η επάνδρωση κατεβαίνει κι άλλο.

Στη μετατροπή σε κορβέτα το παλιό σόναρ θα παραμείνει, όμως η αποστολή των S δεν θα είναι πλέον ο ανθυποβρυχιακός αγώνας υψηλής έντασης. Αυτός θα αναλαμβάνεται από τις FDI, τις MEKO μετά τον εκσυγχρονισμό, τα ελικόπτερα MH-60R, τα υποβρύχια και τα νέα δίκτυα αισθητήρων.

Στην πράξη οι S θα υπηρετούν συνήθως χωρίς οργανικό ελικόπτερο. Αυτό είναι λογικό για τον νέο ρόλο τους. Το ΠΝ δεν έχει απεριόριστα ελικόπτερα, τεχνικούς και πληρώματα. Τα πλοία όμως θα μπορούν να πάρουν ελικόπτερο όποτε το απαιτήσει η αποστολή, είτε για έρευνα και διάσωση, είτε για μεταφορά ομάδων, είτε για επιτήρηση, είτε για περιορισμένη ανθυποβρυχιακή συνεργασία. Η ύπαρξη του υπόστεγου είναι πλεονέκτημα που πολλές νεότερες μικρότερες πλατφόρμες δεν διαθέτουν.

Το μέγεθος των πλοίων ανοίγει και άλλες δυνατότητες. Οι S μπορούν να λειτουργήσουν ως μητρικές πλατφόρμες για μη επανδρωμένα, USV, UUV και UAV, εφόσον το ΠΝ αποφασίσει να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Άλλωστε έχουν χώρους, γερανούς κ.λπ. να υποστηρίξουν τέτοια σκάφη σε αποστολές επιτήρησης, ανίχνευσης ναρκών, αναγνώρισης ακτών και παρακολούθησης θαλάσσιων διαδρόμων. Θυμίζουμε ακόμη πως οι αναβαθμισμένες S, έχουν σύστημα μάχης Tacticos, το οποίο αν και παλαιάς έκδοσης παραμένει ιδιαίτερα λειτουργικό.
Ακόμη οι S μπορούν να βοηθήσουν σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, σε αποστολές εκκένωσης, σε παροχή βοήθειας μετά από φυσικές καταστροφές, όπως και για συμμετοχή σε συμβατικές διεθνείς υποχρεώσεις μας, που δεν απαιτούν το πιο σύγχρονο σκάφος (π.χ. σε κάποια αποστολή επιτήρησης ακτών, οργανωμένη από τον ΟΗΕ, όπως η UNIFIL στο Λίβανο).

Έτσι η νέα πραγματικότητα μπορεί να οδηγήσει το ΠΝ σε έναν πιο σύνθετο, αλλά ίσως πιο χρήσιμο στόλο. Με τέσσερις φρεγάτες FDI, δύο συν δύο Bergamini, τέσσερις εκσυγχρονισμένες MEKO και τέσσερις S, η Ελλάδα θα έχει μετά το 2030 έναν στόλο 16 μεγάλων μονάδων, πρώτης και δεύτερης γραμμής.

Υπάρχει φυσικά ρίσκο. Πλοίο σαράντα και πλέον ετών απαιτεί αυστηρή επιλογή, για τα σκάφη που θα έχουν τα λιγότερα δομικά θέματα, την καλύτερη κατάσταση του συστήματος πρόωσης και την πιο διαχειρίσιμη εικόνα ηλεκτρονικών.

Το μήνυμα πάντως είναι σαφές. Παρά τις προσπάθειες όσων ήθελαν μικρότερο ΠΝ, η ηγεσία του Κλάδου παραμένει στον στόχο ενός ισχυρού Στόλου. Δεν αρκείται σε λίγα ακριβά πλοία που θα είναι πάντα σε πίεση. Αναζητά έναν στόλο με κορμό πρώτης γραμμής και με δεύτερη γραμμή που συνεχίζει να προσφέρει. Και βέβαια οι S, για όσα χρόνια ακόμη υπηρετήσουν, δεν θα αντικαταστήσουν τις νέες φρεγάτες. Αντίθετα θα τις “προστατεύσουν” από τη φθορά αποστολών χαμηλής έντασης που όμως είναι πολλές σε ένα δραστήριο Ναυτικό όπως το δικό μας.
Έτσι, έστω και με συμβιβασμό λόγω των δεδομένων οικονομικών μας, το Πολεμικό Ναυτικό θα κερδίσει χρόνο μέχρι να περάσει στο επόμενο στάδιο ανανέωσης του.

