Με την πλειονότητα των ελληνικών υποβρυχίων να είναι παλαιάς τεχνολογίας (Type 209/1100 και Type 209/1200) και να πλησιάζει το τέλος της επιχειρησιακής τους ζωής, η απόκτηση νέων αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Ωστόσο, η επιλογή του τύπου δεν είναι απλή υπόθεση, ενώ ήδη προβάλλουν δύο κύριες υποψηφιότητες: Είτε γερμανικά Type 212/214/218 της Howaldtswerke-Deutsche Werft (πλέον TKMS), δηλαδή σχετικά συγγενικά μεταξύ τους μοντέλα στις τελευταίες εκδόσεις τους, είτε γαλλικά Scorpene της Naval Group (ως το πιο προσιτό, ενώ υπάρχει και το μεγάλων διαστάσεων συμβατικής πρόωσης Barracuda, που ήδη έχει επιλέξει το Ολλανδικό Ναυτικό, ως κλάση Orka).
Η Ελλάδα βέβαια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, έχει επενδύσει συστηματικά στη γερμανική τεχνολογία υποβρυχίων των ναυπηγείων HDW, με την απόκτηση των Type 209/1100 και Type 209/1200 (κλάσεις “Γλαύκος” και “Ποσειδών”), και αργότερα των προηγμένων Type 214HN, (κλάση “Παπανικολής”). Η χώρα μας μάλιστα υπήρξε ο πρώτος πελάτης των Type 209, αποδεικνύοντας την οξυδέρκεια των στελεχών του ΠΝ, καθώς τα σκάφη αυτά έγιναν best-seller παγκοσμίως. Ενώ συνεχίσαμε στην ίδια λογική, ως ο πρώτος χρήστης και των Type 214, σηκώνοντας και το βάρος επίλυσης των αρχικών προβλημάτων της νέας κλάσης. Και εδώ, η νέα κλάση έγινε από τις πιο καλοπουλημένες διεθνώς.
Αυτή η μακροχρόνια σχέση όμως, λόγω χρόνου και επένδυσης, έχει γίνει και στρατηγική δέσμευση που έχει διαμορφώσει τη δομή, την εκπαίδευση και τη λειτουργία του υποβρύχιου στόλου του ΠΝ.
Η διατήρηση της εμπειρίας
Η εκπαίδευση των πληρωμάτων και των τεχνικών των υποβρυχίων είναι ίσως ο πιο κρίσιμος παράγοντας, που καθιστά την απόκτηση γαλλικών υποβρυχίων πιο δύσκολη. Από τη δεκαετία του 1970, το ΠΝ έχει σχετική εμπειρία, καθώς λειτουργούσε δύο διαφορετικά σχολεία εκπαίδευσης, ένα για τα αμερικανικά, που ήταν απομεινάρια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ένα για τα Type 209. Οι διαφορές μεταξύ αυτών των σχολών ήταν τόσο μεγάλες, που τα πληρώματα σπάνια μεταφέρονταν από το ένα τύπο υποβρυχίου στον άλλο.
Η εισαγωγή γαλλικών υποβρυχίων θα σήμαινε λοιπόν ότι το ΠΝ θα έπρεπε να εκπαιδεύσει από την αρχή ένα σημαντικό αριθμό στελεχών, ενώ ταυτόχρονα θα διατηρούσε σε λειτουργία τα υπάρχοντα γερμανικά. Αυτό θα δημιουργούσε μια διπλή επιβάρυνση, τόσο σε επίπεδο ανθρωπίνου δυναμικού όσο και σε επίπεδο κόστους. Επιπλέον, η έλλειψη στελεχών με εμπειρία στη γαλλική φιλοσοφία θα καθιστούσε την εκπαίδευση ακόμα πιο χρονοβόρα και δαπανηρή. Και βέβαια θα πρέπει να στηθεί εκ νέου μια διαφορετική εφοδιαστική αλυσίδα όπως και οι ειδικές προμήθειες (π.χ. νέων τορπιλών) και να συντηρηθεί παράλληλα με τη “γερμανική”. Και όλα αυτά σε ένα Πολεμικό Ναυτικό που αντιμετωπίζει συνεχώς διαρροή εξειδικευμένων στελεχών.
Σύμφωνα με έκθεση του Naval War College των ΗΠΑ, η εισαγωγή διαφορετικών τύπων υποβρυχίων σε έναν στόλο μπορεί να αυξήσει το κόστος συντήρησης και εκπαίδευσης κατά 30-50%, ενώ μειώνει την επιχειρησιακή ευελιξία λόγω της ανάγκης για πολλαπλά συστήματα υποστήριξης.
Εδώ να θυμηθούμε πως παρόμοιο θέμα θα αντιμετωπίσουμε με την απόκτηση των γαλλικών φρεγατών FDI HN (κλάσης “Κίμων”), που επίσης θα δημιουργήσει 2 “ομάδες” πληρωμάτων και τεχνικών, αυτές των ΜΕΚΟ/Kortenaer και αυτή των FDI, παράγοντας νέα πολυτυπία και σχετικές απαιτήσεις εξυπηρέτησης.
Μια επίλυση εδώ θα ήταν να αποφασίσουμε την πλήρη μετάβαση στην “γαλλική υποβρυχιακή σχολή” αλλά με σημαντική αγορά σκαφών (τουλάχιστον 4 αρχικά και με οψιόν για περισσότερα) στοχεύοντας δηλαδή στην σταδιακή πλήρη αναδιάρθρωση του υποβρύχιου στόλου, αντικαθιστώντας όλα τα γερμανικά υποβρύχια με γαλλικά. Αυτό, ωστόσο, θα απαιτούσε τεράστιο κόστος και δεκαετίες για να ολοκληρωθεί, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα ρεαλιστικό δεδομένων των οικονομικών περιορισμών.
Βέβαια τα γαλλικά υποβρύχια, όπως τα Scorpene, έχουν αποδείξει την αξία τους σε διεθνές επίπεδο, με πωλήσεις σε χώρες όπως η Ινδία, η Χιλή, η Βραζιλία και η Μαλαισία. Ενσωματώνουν προηγμένα συστήματα, όπως το σύστημα μάχης SUBTICS, και μπορούν να εξοπλιστούν με σύγχρονους πυραύλους cruise, όπως ο MdCN, που προσφέρει δυνατότητες κρούσης μεγάλου βεληνεκούς. Από την άλλη, τα γερμανικά, όπως τα Type 212CD ή τα νέας έκδοσης Type 209/1400, προσφέρουν τη συνέχεια με την υπάρχουσα τεχνογνωσία του ΠΝ, μειώνοντας το κόστος εκπαίδευσης και συντήρησης.
Εάν το ΠΝ αποφασίσει να στραφεί στη γαλλική σχολή, αυτό θα πρέπει να γίνει με έναν συντεταγμένο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα έχει μεγάλο ορίζοντα, αναμενόμενα εγχώρια ναυπήγηση, εξέλιξη των σκαφών σε ένα “εθνικό πρότυπο” με τις όποιες επιθυμητές προσθήκες και μετασκευές. Ακόμη θα πρέπει -μαζί με τις φρεγάτες FDI και τα Rafale- να δημιουργήσει ένα ακόμη πιο ευρύ πλέγμα συνεργασίας με την Γαλλία σε στρατηγικό πεδίο, “πατώντας” στη μεταξύ μας αμυντική συμφωνία, η οποία όμως οφείλει να γίνει πολύχρονη ή αορίστου χρόνου. Kαι όχι να λήγει ανά πενταετία, με όλα τα πιθανά ρίσκα λόγω αλλαγής πολιτικής στο Παρίσι. Ενώ βέβαια αυτό θα σημαίνει και μεγαλύτερη εισαγωγή γαλλικών όπλών κάθε τύπου στις Ένοπλες Δυνάμεις μας, με όποιο κόστος.
Ακόμη 4 υποβρύχια Type 212CD για τη Γερμανία – τριπλασιάζει την αρχική παραγγελία
Αν τα παραπάνω δεν οργανωθούν σωστά και δεν διασφαλιστούν ως όχι μόνο επιχειρησιακή επιλογή της χώρας μας σε οπλικά συστήματα, αλλά σε ριζική σύγκλιση με την γαλλική γεωπολιτική ασφαλείας, τότε, η συνέχιση της συνεργασίας με τη γερμανική τεχνολογία παραμένει πιο ασφαλής επιλογή για το ΠΝ. Και εδώ είναι αναμενόμενο πως θα ζητήσει η χώρα μας την εγχώρια ναυπήγηση (υπάρχει ήδη το παράδειγμα των 3 Type 214 που κατασκευάστηκαν στον Σκαραμαγκά), εξέλιξη του όποιου σκάφους επιλεγεί, σύμφωνα με τις εθνικές μας απαιτήσεις, και βέβαια με τις πιο πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις, όπως π.χ. οι μπαταρίες λιθίου. Εξασφαλίζοντας έτσι τη συνέχεια και την αποτελεσματικότητα του υποβρύχιου στόλου του ΠΝ, στην κρίσιμη γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου.

