Οι πρόσφατες εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξαν με σαφήνεια τη διαχρονική σημασία του ναρκοπολέμου ως μέσου θαλάσσιας άρνησης περιοχής. Σε ένα περιβάλλον όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου, ακόμη και περιορισμένη ναρκοθέτηση από το Ιράν μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογες επιπτώσεις στη διεθνή οικονομία.

Από τεχνικής πλευράς, οι ναυτικές νάρκες αποτελούν ένα ιδιαίτερα εξελιγμένο και πολυμορφικό οπλικό σύστημα. Οι βασικές κατηγορίες περιλαμβάνουν νάρκες επαφής, αλλά και πιο σύγχρονες επιρροής (influence mines), οι οποίες ενεργοποιούνται από το μαγνητικό, ακουστικό ή υδροδυναμικό ίχνος ενός παραπλέοντος πλοίου. Επιπλέον, υπάρχουν βυθού αγκυροβολημένες, αλλά και ελεύθερης πλεύσης, με τις τελευταίες να είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστούν καθώς παρασύρονται ανεξέλεγκτα από τα θαλάσσια ρεύματα. Έτσι το χαμηλό κόστος παραγωγής και η ευκολία πόντισης—ακόμη και από μικρά σκάφη—καθιστούν τις νάρκες ιδανικό εργαλείο ασύμμετρης ισχύος.
Η αντιμετώπιση της απειλής αυτής εντάσσεται στις επιχειρήσεις ναρκοπολέμου (Mine Countermeasures – MCM), οι οποίες διακρίνονται σε τρεις φάσεις: εντοπισμό, αναγνώριση και εξουδετέρωση. Τα τυπικά μέσα αντιμετώπισης τους περιλαμβάνουν ναρκοθηρευτικά πλοία με σόναρ υψηλής ανάλυσης, ικανά να εντοπίζουν ύποπτα αντικείμενα στον βυθό, καθώς και μηχανικά ή επιρροϊκά μέσα για την πρόκληση πρόωρης ενεργοποίησης των ναρκών. Συμπληρωματικά, ελικόπτερα όπως το MH-53E, μπορούν να σύρουν στην επιφάνεια συστήματα σάρωσης, αυξάνοντας την ταχύτητα εκκαθάρισης.

Ωστόσο, τα σύγχρονα δόγματα μεταβαίνουν προς τη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων. Μη επανδρωμένα επιφανείας (USV) και υποβρύχια (UUV) αναλαμβάνουν πλέον την προσέγγιση του ναρκοπεδίου, μειώνοντας τον κίνδυνο για τα επανδρωμένα πλοία. Τα συστήματα αυτά φέρουν αισθητήρες και τηλεχειριζόμενα εκρηκτικά για την εξουδετέρωση ναρκών, αν και η επιχειρησιακή τους ωριμότητα δεν είναι ακόμη καθολική.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Αμερικανικό Ναυτικό αντιμετωπίζει μια μεταβατική περίοδο. Ο στόλος ναρκοπολέμου βασίζεται σε περιορισμένο αριθμό παλαιότερων πλατφορμών, ενώ η αντικατάστασή τους με μη επανδρωμένα συστήματα βρίσκεται σε εξέλιξη. Σε περίπτωση εκτεταμένης ναρκοθέτησης στα Στενά, η αντίδραση θα περιλάμβανε τη συγκέντρωση διαθέσιμων μέσων, τη δημιουργία ασφαλών ναυτιλιακών διαδρόμων και την πιθανή συνδρομή συμμαχικών δυνάμεων, επιλογές που αναλύσαμε πρόσφατα.
Νάρκες: τί επιλογές έχει το Αμερικανικό Ναυτικό στα στενά του Ορμούζ;
Παρά τη θεωρητική διαθεσιμότητα σημαντικών μέσων από χώρες του ΝΑΤΟ, η πρακτική υλοποίηση μιας τέτοιας επιχείρησης προσκρούει σε επιχειρησιακούς και πολιτικούς περιορισμούς. Πολλά πλοία αντιμετωπίζουν προβλήματα διαθεσιμότητας, ενώ η πολιτική βούληση για συμμετοχή σε επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου δεν είναι δεδομένη. Ως αποτέλεσμα, η διαδικασία αποναρκοθέτησης των Στενών του Ορμούζ ή συνολικά του Περσικού Κόλπου και μέρους της Αραβικής Θάλασσας θα ήταν πολύ χρονοβόρα, και με σημαντικές επιπτώσεις στη ροή της ναυσιπλοΐας.
Το κενό ικανοτήτων στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό
Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφίας του Αιγαίου Πελάγους, όπου τα ρηχά και περιορισμένα ύδατα ευνοούν τη χρήση ναρκών. Εδώ το Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει ελάχιστες δυνατότητες, βασισμένες σε παλαιότερα πλοία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια αποκτήθηκαν τεσσάρα μεταχειρισμένα ναρκοθηρευτικά, δύο κλάσης Hunt από τη Βρετανία και δύο κλάσης Osprey από τις ΗΠΑ. Από αυτά, σήμερα υπάρχουν στη δύναμη του στόλου μόλις δύο, ένα από κάθε κλάση, τα “Ευνίκη” και “Ευρώπη”. Η ηγεσία του ναυτικού στρέφει μεν την προσοχή της σε μη επανδρωμένα συστήματα αλλά η απόκτησή τους δεν αρκεί να καλύψει πλήρως το επιχειρησιακό κενό. Οπότε η ενίσχυση μέσω μεταχειρισμένων πλοίων ή η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα ανάπτυξης νέων MCM πλατφορμών αποτελεί βασική επιλογή.

Ως προς την πρώτη περίπτωση, μετά την αποτυχία απόκτησης των ολλανδικών ναρκοθηρευτικών Alkmaar, μπορεί να στραφούμε στο Βρετανικό Ναυτικό που έχει ακόμα έξι ναρκοθηρικά κλάσης Hunt, όμοια με το Ν/Θ Ευρώπη (Μ62). Από την άλλη, το Ιταλικό Ναυτικό βρίσκεται στο μεταίχμιο αντικατάστασης του στόλου των ναρκοθηρευτικών κλάσεων Lerici και Gaeta (δύο συν έξι πλοία διαθέσιμα αντίστοιχα), δυο συγγενείς εκδόσεις πολύ κοντά με την Osprey. Η κλάση Gaeta μάλιστα έχει λάβει Εκσυγχρονισμό Μέσης Ζωής το 2010 και προσφέρει αξιόλογες δυνατότητες ενώ με εκτόπισμα άνω των 900 τόνων μπορεί να δράσει και ως πλοίο συντονισμού UUV.
Ως προς τη δεύτερη επιλογή, δηλαδή την προμήθεια νέων σκαφών, υπενθυμίζουμε ότι τη δεδομένη στιγμή “τρέχουν” όχι λιγότερα από επτά προγράμματα ανάπτυξης νέων πλοίων αντιμετώπισης ναρκών που αναζητούν συνεργάτες. Μεταξύ τους βρίσκονται:
- Το βελγο-ολλανδικό πρόγραμμα rMCM: σχεδίαση της Naval Group, το πρόγραμμα των εξαιρετικά προηγμένων πλοίων ναρκοπολέμου αναμένεται να αποδώσει 12 πλοία των 2.800 τόνων που θα δρουν ως κέντρα συντονισμού Μη Επανδρωμένων Μέσων (όπως το INTERCEPTOR 25) ενσωματώνοντας μεγάλο βαθμό αυτοματισμών και σύγχρονης τεχνολογίας. Το κόστος κάθε πλοίου στα 160+ εκατ. Ευρώ δεν είναι υπερβολικό αν υπολογίσει κανείς τις δυνατότητες που προσφέρει. Ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο πρόγραμμα έχει δείξει και η Γαλλία.

To βελγο-ολλανδικό rMCM - Το γαλλο-βρετανικό πρόγραμμα MMCM: βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο σχεδιασμού έχοντας εκκινήσει από το 2010. Προκρίνει τη ρομποτική τεχνολογία σε μια συνεργασία Μη Επανδρωμένων σκαφών επιφανείας και υποβρυχίων για τη σάρωση, εντοπισμό και εξουδετέρωση ναρκών κάθε τύπου με ελάχιστη απασχόληση και έκθεση προσωπικού σε κίνδυνο.Το πρόγραμμα υλοποιείται από την Thales Group σε συνεργασία με την BAE Systems.
- Το σουηδικό MCMV 80 της Saab Kockums ξεκίνησε ήδη το 2017 με τεχνολογία βασισμένη στην προηγούμενη κλάση κορβετών Visby. Ενσωματώνοντας ένα σκάφος από ενισχυμένα ανθρακονήματα, αποδίδει ένα σχέδιο 80 μέτρων και εκτοπίσματος 1.250 περίπου τόνων. Όπως και τα προηγούμενα δίνει έμφαση στη χρήση Μη Επανδρωμένων Μέσων (ROV/AUV) για τον εντοπισμό και διαχείριση απειλών. Παρόλα αυτά είναι ένα από τα λίγα σχέδια που αν και δίνει έμφαση στον συντονισμό δράσεων “εκ του μακρόθεν”, παραμένει αρκετά ανθεκτικό και ικανό να εισέλθει σε ένα ναρκοπέδιο, κατάλληλο για στενά περάσματα και αβαθή ύδατα, όπως το Αιγαίο, ενώ διαθέτει ελικοδρόμιο και αξιοπρεπή οπλισμό (με πυροβόλο Bofors 57mm ή μικρότερα).

Το MCMV 80 της Saab - Το ιταλικό πρόγραμμα CNG αναπτύσσεται ως αντικαταστάτης των κλάσεων Lerici/Gaeta και διαιρείται σε δύο κλάσεις, με την πρώτη (Cacciamine di Nuova Generazione Costiero) να προορίζεται να αποδώσει οκτώ σκάφη παράκτιων επιχειρήσεων 63 μέτρων και τη δεύτερη (Cacciamine di Nuova Generazione d’Altura) να προκρίνει μεγαλύτερου εκτοπίσματος πλοία επιχειρήσεων 80 μέτρων. Σημαντική στο ιταλικό πρόγραμμα θα είναι η αξιοποίηση πακετοποιημένων συστημάτων αποστολής σε κοντέινερ που θα εναλλάσσονται ανάλογα με την αποστολή. Και εδώ η χρήση Μη Επανδρωμένων συστημάτων είναι εκτεταμένη με τα πλοία να κάνουν χρήση προηγμένης τεχνολογίας για να εκκαθαρίζουν περάσματα και παράκτια ύδατα αλλά και να δουν ως συνοδά σε αποστολές μακράς ακτίνας.

Το ιταλικό σχέδιο CNG της Intermarine-Leonardo
Πέραν των παραπάνω, σε στάδιο ανάπτυξης βρίσκονται και τα ερευνητικά προγράμματα MIRICLE της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το βρετανικό MHC και το UMS των ΗΠΑ. Η συμμετοχή μας σε ένα από αυτά, όποιο ταιριάζει περισσότερο με τις ανάγκες μας, θα έφερνε το Πολεμικό Ναυτικό στον 21ο αιώνα στον τομέα του ναρκοπολέμου μειώνοντας το κόστος ανάπτυξης και παρέχοντας και ομοιοτυπία με φιλικές ευρωπαϊκές χώρες.
Παράλειψη από μέρους μας θα ήταν να μην αναρωτηθούμε, πόσο δύσκολο θα ήταν να αναπτύξουμε μια ελληνική έκδοση πλοίου ναρκοθηρίας. Όπως βλέπουμε, στην πλειοψηφία τα πλοία ναρκοπολέμου είναι μικρού εκτοπίσματος, χαμηλής ταχύτητας, συμβατικής σχεδίασης σκαριά, κατασκευασμένα από υλικά που τους επιτρέπουν να έχουν μικρό βάρος και να μην ενεργοποιούν τους αισθητήρες των ναρκών. Οπότε το κύριο ζητούμενο, δεν είναι το ίδιο το σκάφος, αλλά η τεχνολογία που θα επιτρέψει να εντοπίσει, απομονώσει και εξουδετερώσει την υποβρύχια απειλή.
Παραδείγματα εγχώριας ανάπτυξης, από χώρες που δεν έχουν ειδική εμπειρία στον τομέα, μπορεί να βρει κανείς στην κλάση Kormoran II του πολωνικού ναυτικού, που ναυπηγήθηκε σε σχέδιο που θυμίζει περιπολικό ανοιχτής θαλάσσης, με εκτόπισμα 850 τόνων από κύτος από μη μαγνητικό χάλυβα. Η ναυπήγηση της κλάσης γίνεται αργά (τρία πλοία έχουν παραδοθεί μεταξύ 2014 και 2023 και άλλα τρία αναμένονται ως το 2027) ενώ για οικονομία εξοπλίστηκαν με ένα αντιαεροπορικό πυροβόλο ZU-23-2 των 23mm με Α/Α πυραύλους Grom.
Συνολικά, ο ναρκοπόλεμος αναδεικνύεται εκ νέου ως κρίσιμος παράγοντας ισχύος. Η χαμηλή επένδυση που απαιτείται για την ανάπτυξη ναρκών, σε συνδυασμό με το μεγάλο κίνδυνο που δημιουργούν και τη χρονική διάρκεια της αποναρκοθέτησης, παράγουν ένα περιβάλλον όπου ακόμη και περιορισμένες ενέργειες μπορούν να έχουν στρατηγικές συνέπειες. Η επαναξιολόγηση των σχετικών δυνατοτήτων του “όπλου των αδυνάτων” από τα σύγχρονα ναυτικά δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά επιχειρησιακή αναγκαιότητα.
Ως κατακλείδα, θα αναφέρουμε ότι η Τουρκία ενισχύει τις ικανότητες ναρκοπολέμου του ναυτικού της, όχι μόνο με τη ναυπήγηση νέων ναρκοθηρευτικών και “μητρικών πλοίων” Μη Επανδρωμένων αλλά και με την ανάπτυξη της νέας γενιάς “έξυπνων” ναρκών θαλάσσης Malaman. Διερωτάται κανείς πόσο επικίνδυνο θα ήταν να εκκινήσει μια σύρραξη, με τη ναρκοθέτηση των περασμάτων των μεγάλων πολεμικών και εμπορικών λιμένων της χώρας (Πειραιάς, Σαλαμίνα, Σούδα) από τα νέα τουρκικά υποβρύχια κλάσης Reis (T214) που έχουν τέτοιες ικανότητες. Όπου η εμφάνιση έστω και ελάχιστων ναρκών είναι ικανή να καθυστερήσει δραματικά την ανάπτυξη του ελληνικού Στόλου, να κάνει ακόμη και εγκλωβισμό του, ή να παγώσει την εμπορική κίνηση. Τελικά, τα προγράμματα ισχύος του Ναυτικού δεν είναι μόνον οι “ΚΙΜΩΝ”, αλλά και τα μικρότερα σκάφη που δεν βρίσκονται στην επικαιρότητα.

