Σε μια είδηση ανάλογης των καιρών, το Βρετανικό Ναυτικό εξετάζει την αξιοποίηση της αυστραλιανής τεχνολογίας στον τομέα των ραντάρ AESA της CEA Technologies για μελλοντικές εφαρμογές στα πολεμικά του πλοία, σε μια εξέλιξη που ενισχύει περαιτέρω την αμυντική και βιομηχανική συνεργασία Λονδίνου–Καμπέρας στο πλαίσιο του AUKUS.
Η συνεργασία πέρασε σε πιο συγκεκριμένο στάδιο τον Αύγουστο του 2026, όταν το βρετανικό Υπουργείο Άμυνας, η αυστραλιανή κυβέρνηση, η CEA Technologies και η QinetiQ υπέγραψαν Επιστολή Προθέσεων (SOI) για την αξιολόγηση και ανάπτυξη εφαρμογών της τεχνολογίας AESA. Η QinetiQ αναμένεται να αναλάβει σημαντικό ρόλο στις δοκιμές, την αξιολόγηση και την ενσωμάτωση των συστημάτων σε βρετανικές πλατφόρμες. Η εξέλιξη είχε προετοιμαστεί από τη συμφωνία του Ιουνίου στο πλαίσιο των υπουργικών επαφών Αυστραλίας-Βρετανίας, όπου Λονδίνο και Καμπέρα συμφώνησαν να διευρύνουν τη συνεργασία στην τεχνολογία ραντάρ, αφήνοντας ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο κοινής ανάπτυξης και συμπαραγωγής.
Το βρετανικό ενδιαφέρον για το CEAFAR οφείλεται κυρίως στην αρθρωτή αρχιτεκτονική του. Τα ραντάρ της CEA βασίζονται σε ηλεκτρονικά σαρωμένες συστοιχίες με πολλαπλές μονάδες, επιτρέποντας κλιμάκωση ανάλογα με το μέγεθος και τις απαιτήσεις της πλατφόρμας. Η αρχιτεκτονική αυτή μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για μικρότερα πολεμικά πλοία, μη επανδρωμένα σκάφη και μελλοντικές πλατφόρμες κατανεμημένων αισθητήρων.
Για το Βρετανικό Ναυτικό, η δυνατότητα ανάπτυξης αισθητήρων σε διαφορετικές πλατφόρμες αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο του Future Air Dominance System (FADS). Ένα μικρότερο πλοίο-αισθητήρας θα μπορούσε να επιχειρεί μπροστά από την κύρια δύναμη, επεκτείνοντας τον ορίζοντα εντοπισμού και μεταδίδοντας δεδομένα στα μεγαλύτερα πολεμικά πλοία.
Βρετανία και Αυστραλία συνεργάζονται στην τεχνολογία στρατιωτικών ραντάρ
Ωστόσο, η πιθανή υιοθέτηση CEAFAR δεν σημαίνει αντικατάσταση των βρετανικών ραντάρ. Το Βρετανικό Ναυτικό διαθέτει σημαντική εγχώρια τεχνογνωσία μέσω της BAE Systems, ενώ οποιαδήποτε αυστραλιανή λύση θα πρέπει να ενσωματωθεί με τα βρετανικά συστήματα μάχης, τις τακτικές ζεύξεις δεδομένων, τον ηλεκτρονικό πόλεμο και τα όπλα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον εάν το Λονδίνο θα επιλέξει την προμήθεια αυστραλιανών συστημάτων ή θα προχωρήσει σε ένα ευρύτερο μοντέλο βρετανο-αυστραλιανής ανάπτυξης και συμπαραγωγής. Η δεύτερη επιλογή θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κοινή οικογένεια προηγμένων ραντάρ, ενισχύοντας παράλληλα τις αμυντικές βιομηχανίες και των δύο χωρών.

