26 C
Athens
Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου, 2021
Αρχική ΑΡΘΡΑ Επιλέγοντας φρεγάτες: Πως φθάσαμε εδώ μετά από 15 χρόνια συζητήσεων; Και τι...

Επιλέγοντας φρεγάτες: Πως φθάσαμε εδώ μετά από 15 χρόνια συζητήσεων; Και τι μάθαμε από τη διαδρομή;

Πρέπει να το πούμε. Η σημερινή αλλά και η προηγούμενη διαδικασία επιλογής των φρεγατών του Πολεμικού Ναυτικού είναι μια περιπετειώδης ιστορία που δεν πρέπει να επαναλάβουμε.

Η αρχή της εντοπίζεται κάπου το 2006, όταν η χώρα μας είχε ξεκινήσει συζητήσεις με τη Γαλλία για την αγορά φρεγατών FREMM. Η Γαλλία τότε είχε στα σχέδια αυτό το νέο σχέδιο πλοίου, το οποίο και μας πρότεινε, ενώ τον Απρίλιο του 2008 (επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή) υπεγράφη μνημόνιο συνεργασίας των γαλλικών ναυπηγείων DCNS και των Ναυπηγείων Ελευσίνας για την εγχώρια παραγωγή FREMM «στην περίπτωση που το ελληνικό υπουργείο Άμυνας επιλέξει τον συγκεκριμένο τύπο φρεγάτας». Μάλιστα λίγους μήνες αργότερα ήρθε στην Ελλάδα ο Γάλλος Πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί (τον Ιούνιο) για την υπογραφή «κοινής διακήρυξης για την Άμυνα και την Ασφάλεια». Πως εξηγείται όμως όλη αυτή η τότε γρήγορη εξέλιξη; Εκείνη την περίοδο η Γαλλία προωθούσε την ιδέα της «Μεσογειακής Ένωσης», μιας στενής συνεργασίας των μεσογειακών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και άλλων χωρών (κυρίως τις γαλλόφωνες Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία), η οποία ανάμεσα σε άλλα πρότεινε και κοινή πολιτική ασφάλειας, όχι όμως σε επίπεδο αμυντικής συνδρομής. Να πούμε εδώ πως υπήρχε προεργασία από την Ε.Ε. από το 1995 για μια τέτοια σύγκλιση και την τότε «Ευρωμεσογειακή εταιρική σχέση (Euromed)», που είχε θεσπιστεί. Η ιδέα πάντως για την «Μεσογειακή Ένωση» ήταν του Σαρκοζί και η Ελλάδα την είδε με ενδιαφέρον καθώς με τη συμμετοχή της θα μπορούσε να διασφαλίσει και γενικότερες εγγυήσεις ασφαλείας. Η σκέψη ήταν καλή, καθώς στο σύγχρονο πολυπολικό διεθνή ορίζοντα κάθε χώρα προσπαθεί να διευρύνει τις συμμαχίες και συνεργασίες της, είτε αυτές είναι «ήπιας ισχύος» (πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές) είτε «σκληρής» (αμυντικές).

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της ελληνογαλλικής προσέγγισης, η Ελλάδα είχε βάλει στο τραπέζι και την ανάγκη της για προμήθεια 4 έως 6 νέων φρεγατών με ισχυρές αντιαεροπορικές δυνατότητες, την οποία είχε εντάξει και στο εξοπλιστικό πρόγραμμα της χώρας, ενώ υπήρχε και σχετική θετική γνωμάτευση για τις FREMM από το Πολεμικό Ναυτικό, σε μια μακρόχρονη όμως διελκυστίνδα με τα γαλλικά ναυπηγεία: με αρκετές ελληνικές αλλαγές προδιαγραφών και επιδιωκόμενων ικανοτήτων του πλοίου, πότε με έμφαση στην αντιαεροπορική άμυνα περιοχής και πότε στην στρατηγική κρούση. Η διαπραγμάτευση κάπου το 2009 είχε εξελιχθεί τόσο, ώστε να γίνει και αρχική ανάθεση μιας μελέτης στον όμιλο της DCNS (σήμερα Naval Group).

Και μετά ήρθε η κρίση: ο Σαρκοζί έχασε τις εκλογές του 2012, ενώ από το 2010-11 η ελληνική πρόθεση για προμήθεια φρεγατών είχε «παγώσει» λόγω των μνημονιακών μας δεσμεύσεων και των άθλιων οικονομικών μας. Το 2013 όμως η υπόθεση αναζωπυρώθηκε εν μέρει με την επίσκεψη στην Ελλάδα του νέου Γάλλου Προέδρου, Φρανσουά Ολάντ, επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά. Κάτι που έγινε και το 2015, με νέα επίσκεψη, αυτή τη φορά επί Αλέξη Τσίπρα. Τότε υπεγράφη μια ακόμη κοινή διακήρυξη περί «στρατηγικής εταιρικής σχέσης», με τη Γαλλία να υπόσχεται βοήθεια σε μεταρρυθμίσεις, σε διάφορους οικονομικούς τομείς και γενικώς να διαβεβαιώνει ότι θα στηρίξει την Ελλάδα στην εφαρμογή των δύσκολων οικονομικών και ρυθμιστικών δεσμεύσεων της.

Κάπου εκεί η συζήτηση για αγορά FREMM ξανακίνησε, τόσο γιατί προφανώς χρειαζόμαστε νέα πλοία (η παλαιότητα των Kortenaer είχε θορυβήσει το Ναυτικό ενώ η αναβάθμιση των ΜΕΚΟ δεν προχωρούσε), αλλά και γιατί υπήρχε ως σταθερά η αντίληψη προσέγγισης με τη Γαλλία. Για να φτάσουμε αργόσυρτα στον Απρίλιο του 2018, όπου δια στόματος Φώτη Κουβέλη, τότε αναπληρωτή υπουργού Άμυνας, ακούστηκε ότι «μέχρι το καλοκαίρι θα πάρουμε δύο FREMM από τη Γαλλία με leasing». Για να είμαστε ακριβείς, η ιστορία είχε ξεκινήσει από ένα δημοσίευμα το οποίο προέβλεπε πενταετές leasing των FREMM μέχρι να παραδοθεί στην Ελλάδα η πρώτη Belharra. Την είδηση αυτή ο κ. Κουβέλης κλήθηκε να σχολιάσει και την επιβεβαίωσε. Σε ελάχιστο χρόνο όμως διάψευση έκανε η γαλλική πλευρά με διαρροές σε δικά τους ΜΜΕ, ενώ ακολούθησε και ελληνική με «άδειασμα» του κ. Κουβέλη.

Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνηση: Ο κ. Κουβέλης, ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς μαζί του πολιτικά, είναι αξιοπρεπής και η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί για την τότε άστοχη του δήλωση, είναι ότι μετέφερε ως βεβαιότητα κάποια συζήτηση των ημερών. Άλλωστε την ίδια περίοδο «έτρεχαν» σενάρια για προμήθεια 2+2 FREMM ή για 2 FREMM και 2 Belharra, με χρηματοδότηση που εν μέρει θα προερχόταν από τις επιστροφές κερδοφορίας των ελληνικών ομολόγων που είχε η Γαλλική Κεντρική Τράπεζα.

Το μόνο σίγουρο από όλη αυτή την ιστορία ήταν πως η Ελλάδα επέμενε σε προμήθεια νέων σκαφών από τη Γαλλία, όπου όμως οι Γάλλοι κάποια στιγμή εμφανίστηκαν να μας προτείνουν ως εναλλακτική ή συμπληρωματική των FREMM (όπως είδαμε είχαν ακουστεί όλες οι εκδοχές), ένα νέο σχέδιο φρεγάτας, τη Belharra/FDI. Με σταδιακά τη συζήτηση για FREMM να εγκαταλείπεται καθώς το πρόγραμμα τους για το Γαλλικό Ναυτικό είχε ήδη περικοπεί και δεν παρουσιαζόταν νέος πελάτης, και να μένει στο τραπέζι η Belharra, η οποία προβαλλόταν ως η ριζοσπαστική «ψηφιακή», που θα έκανε τη μεγάλη διαφορά στο Αιγαίο.

Με αυτά και με αυτά, η διαπραγμάτευση συνεχίστηκε, χωρίς ανταγωνισμό. Αντίθετα, για γεωπολιτικούς κυρίως λόγους μέναμε στην Belharra, μόνο που αυτή πλέον άρχισε να προβληματίζει όταν στελέχη του Ναυτικού διαπίστωναν πως δεν ανταποκρινόταν πλήρως στις ελληνικές απαιτήσεις. Με το τότε αρχικό σχέδιο της να έχει λίγους αντιαεροπορικούς πυραύλους, να μη διαθέτει σύστημα εγγύς αυτοπροστασίας, να παρουσιάζει θέματα «κλειστού λογισμικού» κ.λπ. Και όταν το Ναυτικό μας άρχισε να ζητά προσθήκες ο λογαριασμός μεγάλωνε συνεχώς.

Η νέα διαδικασία

Φθάνουμε πλέον στο κρίσιμο καλοκαίρι του 2020. Εκεί δηλαδή που η Τουρκία εξετράπη στην κυριολεξία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο παίζοντας ένα συνδυασμένο παιχνίδι διπλωματικής και στρατιωτικής πίεσης. Με το Oruc Reis να κάνει βόλτες και έρευνες για υδρογονάνθρακες, μαζί με συνοδευτικό τουρκικό στόλο. Η Ελλάδα αντέδρασε, έβγαλε τον δικό της, γερασμένο, στόλο, πίεσε, έδειξε ότι δεν είναι πρόθυμη να δεχθεί στωικά τις τουρκικές διεκδικήσεις, κράτησε την ψυχραιμία της. Κάπου εκεί όμως φάνηκαν και τα όρια του Πολεμικού μας Ναυτικού. Όχι τα ανθρώπινα αλλά των υποδομών. Η κινητοποίηση βγήκε, αλλά οι μονάδες επιφανείας έφθασαν στα όρια τους, κουβαλώντας 30-40 και 50 χρόνια στην πλάτη τους οι παλαιότερες.

Και τότε το θέμα της ενίσχυσης του στόλου επανήλθε. Ως επείγον, ως κεντρικής προτεραιότητας. Για να διαπιστώσουμε πως δεν είχαμε σχετικό προγραμματισμό. Για να κατανοήσουμε πως είχαμε περάσει σχεδόν μια δεκαπενταετία συζητώντας πολιτικά και τεχνικά με τη Γαλλική πλευρά, χωρίς να έχουμε παραγγείλει κάτι και με το κόστος των προτεινόμενων φρεγατών, σε «ελληνική διαμόρφωση», να έχει εκτιναχθεί.

Τι μπορούσαμε να κάνουμε τότε; Μια εκδοχή θα ήταν να προκηρύξουμε ένα διεθνή διαγωνισμό με σαφείς προδιαγραφές για τις επόμενες φρεγάτες μας: να ζητήσουμε με ακρίβεια τι θέλουμε, πως το θέλουμε, τι αποστολές θέλουμε να καλύψουμε, με τι χρονοδιάγραμμα. Αυτή ήταν η πιο «ευθεία» λύση αλλά με σοβαρό μειονέκτημα ένα πολύ μακρύ χρόνο υλοποίησης, συν τις όποιες καθυστερήσεις θα έβγαιναν στην επιφάνεια από ενστάσεις, προσφυγές κ.λπ. Άλλη εκδοχή θα ήταν να αποστείλουμε εμείς προσκλήσεις σε συγκεκριμένα ναυπηγεία. Μια επιλογή που θα περιόριζε όμως το ζήτημα σε αγορά νέων πλοίων και όχι σε ευρύτερη προμήθεια σκαφών. Μια τρίτη επιλογή θα ήταν, εφόσον είχαμε ξοδέψει τόσο χρόνο στις συζητήσεις με τη Γαλλία, να προχωρήσουμε σε μια τελική διαπραγμάτευση μαζί τους. Ζητώντας χαμηλότερες τιμές, μαζί με παραχωρήσεις μεταχειρισμένων, γιατί όχι ως πακέτο με άλλες αγορές εξοπλισμού, όπως μαχητικά αεροσκάφη, πυραύλους και τόσα άλλα. Ώστε να πετύχουμε μια ολοκληρωμένη συμφωνία με καλύτερη τιμή και όρους. Μια εκδοχή δηλαδή που θα μας προσέφερε το κάτι παραπάνω, από τη βεβιασμένη αγορά των Rafale που έγινε χωρίς κάποια πρόβλεψη επιστροφών, βιομηχανικής συνεργασίας ή οτιδήποτε άλλο.

Τι διαλέξαμε τελικά ως νέα μέθοδο; Μια πιο τολμηρή αλλά και με πιο ευρύ στόχο πρακτική. Μια ανοιχτή διαδικασία, κάτι σαν άτυπο διαγωνισμό αλλά όχι ακριβώς, με πρόσκληση στη διεθνή αγορά «φέρτε μας προτάσεις». Όπου όμως αυτές θα περιλάμβαναν και νέα σκάφη, και πρόταση αναβάθμισης για τις παλαιές φρεγάτες ΜΕΚΟ αλλά και πρόταση «ενδιάμεσης λύσης». Το τόσο ευρύ πεδίο επελέγη γιατί έπρεπε να συνδυάσουμε το πιεστικό της αναβάθμισης με νέα σκάφη (που δεν έχει περιθώρια να περιμένει 2-3 χρόνια διαγωνισμού) το εξίσου πιεστικό προσθήκης σκαφών άμεσα (μάλλον μεταχειρισμένων) αλλά και τη συντήρηση των υπαρχόντων. Με απλά λόγια η Ελλάδα έψαξε -και ψάχνει- για ένα πακέτο νέου στόλου και όχι μόνο 4 νέων φρεγατών.

Τα προβλήματα και τα πλεονεκτήματα της νέας μεθόδου

Το ότι αυτή η επίλυση που διαλέξαμε είχε ρίσκο φάνηκε γρήγορα. Καθώς οι προτάσεις που έφθαναν, μιας και δεν υπήρχε ένα βασικό σετ προδιαγραφών, ήταν τόσο διάφορες μεταξύ τους που δεν μπορούσαν να συγκριθούν, ή έστω δημιουργούσαν προβλήματα στην αντιπαράθεση τους. Πως π.χ. θα συγκρίνεις ένα σκάφος εκτοπίσματος 3.500 τόνων με ένα 7.000 τόνων; Πως θα εκτιμήσεις τελείως διαφορετικά οπλικά συστήματα και με άλλη φιλοσοφία χρήσης; Πως θα αξιολογήσεις μια καλή πρόταση νέων φρεγατών που όμως δεν έφερε μαζί της καλή «ενδιάμεση πρόταση», σε σύγκριση με μια άλλη ίσως υποδεέστερου νέου σκάφους αλλά καλής «ενδιάμεσης»; Με μεγάλες αποκλίσεις στις τιμές ανά πλοίο, αλλά και αποκλίσεις στους χρόνους παράδοσης; Ενώ ως ενδιάμεση λύση είδαμε και πολύ διαφορετικές προτάσεις: από μεταχειρισμένα (που ελπίζουμε ότι θα είναι δωρεάν ή έστω πολύ φθηνά) έως νέα σκάφη, τα οποία όμως κοστίζουν.

Ακόμη, η όλη διαδικασία επιχειρεί σε λίγο χρόνο να καλύψει την προηγούμενη μη παραγωγική δεκαπενταετία. Όμως, όσο και να πιεζόμαστε από την ανάγκη για νέα πλοία, αν κάνουμε μια βιαστική επιλογή, αυτή θα τη βρούμε μπροστά μας: όταν τα σκάφη είναι στα ναυπηγεία, όταν πέσουν στο νερό για δοκιμές, όταν θα δούμε υπερβάσεις χρόνου, προϋπολογισμού, όταν θα διαπιστώσουμε λειτουργικά και κατασκευαστικά ζητήματα. Ενώ μακάρι να μην βρούμε μπροστά μας την «εξτρά» απαίτηση περί αναγέννησης της ναυπηγικής μας βάσης, μιας και τίποτε δεν προσφέρεται δωρεάν.

Άδ. Γεωργιάδης: Για να φτιαχτούν φρεγάτες στην Ελλάδα, χρειαζόμαστε να λειτουργήσουν και η Ελευσίνα και ο Σκαραμαγκάς

Ένα άλλο, μάλλον αρνητικό, της διαδικασίας; Η δημόσια σφαίρα γέμισε από συζητήσεις για τις προτάσεις που έρχονταν. Με γόνιμο διάλογο αλλά με οπαδισμούς, φαντασιώσεις, φήμες, όπως και τόσο κακοσυναρμολογημένες «βεβαιότητες» που σε έκαναν να απορείς με όσους τις διακινούσαν. Ενώ είδαμε -και διακρίναμε- ένα προδιαγεγραμμένο συμπέρασμα να προβάλλεται ως η «τέλεια λύση». Ακόμη, η υπαρκτή και σοβαρή γεωπολιτική παράμετρος της προμήθειας μετουσιώθηκε έντεχνα, φθάνοντας σε σημείο να κυκλοφορούν σενάρια περί «διεθνών συμμαχιών και εθνικών μας πατρώνων» που θα προστρέξουν να μας υπερασπίσουν ως άλλοι Βύρωνες, Μαιζών και Ντεντζέλ.

Τα θετικά της ελληνικής επιλογής; Σίγουρα το ότι δεχθήκαμε πολλές προτάσεις, από τα μεγαλύτερα ναυπηγεία του κόσμου. Με πλοία γνωστά ή εντελώς νέα, σε στάδιο ναυπήγησης ή ως άσκηση επί χάρτου. Με τον ανταγωνισμό να φέρνει βελτιωμένες προσφορές σε όλα τα επίπεδα. Με τις τιμές να πέφτουν, κάτι απόλυτα απαραίτητο για τα περιορισμένα οικονομικά μας. Με κόντρες και με πληροφόρηση για το πως «στήνεται» ένα σύγχρονο πολεμικό πλοίο, κάτι πολύτιμο για την συσσώρευση τεχνογνωσίας στο Πολεμικό μας Ναυτικό. Ταυτόχρονα η γεωπολιτική παράμετρος της αγοράς άρχισε να μπαίνει σε σωστές βάσεις, με κινήσεις μεγάλων παικτών (βασικά ΗΠΑ και Γαλλία) να προτείνουν, από τη δική του σκοπιά ο καθένας, ενδιαφέρουσες προεκτάσεις, έστω και αν αυτές δεν ανταποκρίνονται στις πένες ορισμένων θεοφώτιστων επαϊόντων.

Φρεγάτες για το Πολεμικό μας Ναυτικό. Ποιοι προηγούνται, ποιοι είναι εκτός;

Μάλιστα ήδη φαίνεται να περνάμε στο επόμενο στάδιο. Καθώς η πολυμορφία των προτάσεων που έχουν έρθει ως προς τα διαφορετικά μέρη του «πακέτου» που ζητάμε, μάλλον θα αντιμετωπιστεί με ευελιξία, δηλαδή «σπάζοντας» τις απαιτήσεις μας σε διαφορετικά και μη υποχρεωτικά συνδεόμενα μεταξύ τους προγράμματα. Μια ακόμη επιλογή ρίσκου, αλλά τουλάχιστον μια τακτική που δείχνει πως ανταποκρινόμαστε άμεσα στην ανάγκη των ημερών και συνεχίζουμε να αναζητάμε το καλύτερο δυνατό από ότι διατίθεται στη διεθνή αγορά.

Νέες φρεγάτες: Όχι υποχρεωτικά «πακέτο» με την ενδιάμεση λύση δηλώνει ο ΥΕΘΑ

Που θέλουμε να καταλήξουμε; Η περιπέτεια απόκτησης των νέων φρεγατών, όπως αδρά την περιγράψαμε, πέρα από το ενδιαφέρον ιστορικό της, καταδεικνύει ένα διαχρονικό ελληνικό πρόβλημα το οποίο πρέπει να μας δώσει ένα σαφές δίδαγμα: Του πόσο μας κοστίζει η έλλειψη σαφών χρονοδιαγραμμάτων και απαιτήσεων και εθνικών, τεχνικών και γεωπολιτικών, προδιαγραφών τα οποία θα τηρηθούν στα εξοπλιστικά μας προγράμματα. Στις φρεγάτες ειδικά, ξεκινήσαμε το 2006-2008 να ζητάμε νέα σκάφη με αυξημένες αντιαεροπορικές ικανότητες, μετά μπλέξαμε την τεχνική-επιχειρησιακή μας απαίτηση με πολιτικά και διεθνή παζάρια, μετά υποβαθμίσαμε το θέμα λόγω οικονομικής κρίσης, γιατί αδυνατούσαμε να το προτάξουμε ως «απαραίτητο και μη διαπραγματεύσιμο» στους πιστωτές μας. Στη συνέχεια το όλο θέμα λόγω κρίσης με την Τουρκία υποχρεωθήκαμε να το «τρέξουμε» ξανά και αγωνιωδώς. Με νέες πλέον επιχειρησιακές απαιτήσεις αλλά και με πολύ διευρυμένες ανάγκες σε ένα δημιουργικό αλλά με παγίδες πρόγραμμα συνολικής αναβάθμισης του Ναυτικού μας. Μια διαδρομή τεθλασμένη, γεμάτη αναβολές, υποχωρήσεις, επαναπροσεγγίσεις, ανακατατάξεις πότε των επιχειρησιακών παραμέτρων, πότε των γεωπολιτικών, πότε των εσωτερικών μικροπολιτικών. Με το συνολικό στρατηγικό κόστος να ανεβαίνει γιατί είχε «σπάσει» η αλυσίδα ομαλής ανανέωσης του Στόλου. Με κίνδυνο, καθώς η Τουρκία με εγχώρια παραγωγή και σχεδίαση έδειξε να μπαίνει μπροστά στην εξοπλιστική κούρσα. Με θολότητες σε όλη τη δεκαπενταετή διάρκεια αυτής της αναζήτησης για το τι προκρίνεται όταν τελικά αποφασίζουμε τις εξοπλιστικές μας αγορές: Η ανάγκη; Η εκάστοτε εθνική κρίση; Η ενίοτε πολιτική πρωτοβουλία; Οι διεθνείς εξελίξεις και συσχετίσεις; Η επιχειρησιακή υποβάθμιση ή οι μεταβαλλόμενες τουρκικές πιέσεις;

Ψυχραιμία: Ας ηρεμήσουν οι “φρεγατολόγοι”, όλα θα γίνουν έτσι όπως πρέπει

Πότε θα τελειώσει αυτή η περιπέτεια είναι το ερώτημα σήμερα. Σίγουρα όχι όταν υπογραφεί η όποια συμφωνία αγοράς. Το τέλος θα το δούμε χρόνια αργότερα. Όταν δηλαδή πληροφορηθούμε για τους συμβιβασμούς που αυτή η συμφωνία θα περιέχει, όταν θα δούμε πόσο πραγματικά θα μας έχουν κοστίσει οι φρεγάτες (γιατί ο λογαριασμός έρχεται στο τέλος και όχι στην αρχή). Όταν θα δούμε πότε θα πλεύσουν στο Αιγαίο, ελπίζοντας να μην έχουν περάσει σε κάποιο ναυπηγείο καμιά δεκαριά χρόνια «ολοκλήρωσης». Όταν θα δοκιμαστούν σε επιχειρησιακές συνθήκες. Όταν «δουλέψουν» για καιρό και δεν βγάλουν μεγάλα προβλήματα, εξωφρενικές καταναλώσεις, παράλογα κόστη συντήρησης. Όταν δούμε πως στέκονται απέναντι στα νέα τουρκικά σκάφη. Τότε ίσως θα γράψουμε και τον επίλογο του προγράμματος «ανανέωσης του Ελληνικού Στόλου».

Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments
- Advertisment -

Most Popular